Κάθε νύχτα, όταν έπαιρνε την μάνα μου ο ύπνος, της έρριχνα την κουβέρτα πάνω της. Μύριζεν νοσοκομείο τζι αγάπη μαζί. Ένα πρωί, άνοιξεν τα μμάθκια τζι είπε: “Νιώθω σήμερα ότι αναστήθηκα.” Τζείνη η κουβέντα, εν μου φεύκει ποττέ γιατί θυμίζει μου τη θέληση που είσχε για να σηκωστεί πάνω, να ζήσει..



Comments are closed